Arrows blue.png Δείτε επίσης: Εὐεργέσια

Ελληνικά (el) Επεξεργασία

πτώση ενικός πληθυντικός
ονομαστική ευεργεσία ευεργεσίες
γενική ευεργεσίας ευεργεσιών
αιτιατική ευεργεσία ευεργεσίες
κλητική ευεργεσία ευεργεσίες

  Ετυμολογία Επεξεργασία

ευεργεσία < αρχαία ελληνική εὐεργεσία

  ΟυσιαστικόΕπεξεργασία

ευεργεσία θηλυκό

  1. η παροχή βοήθειας ή άλλης υποστηρικτικής ενέργειας, χωρίς ανταλλάγματα

Συγγενικές λέξειςΕπεξεργασία

δείτε τη λέξη: ευεργετώ

  ΜεταφράσειςΕπεξεργασία