Άνοιγμα κυρίου μενού

Ελληνικά (el) Επεξεργασία

  Ετυμολογία Επεξεργασία

εσπεραντιστής < εσπεράντο

  ΟυσιαστικόΕπεξεργασία

εσπεραντιστής αρσενικό

  1. αυτός που μιλάει την εσπεράντο

  ΜεταφράσειςΕπεξεργασία