Ελληνικά (el) Επεξεργασία

↓ πτώσεις       ενικός      
γένη → αρσενικό θηλυκό ουδέτερο
ονομαστική ο γάργαρος η γάργαρη το γάργαρο
      γενική του γάργαρου της γάργαρης του γάργαρου
    αιτιατική τον γάργαρο τη γάργαρη το γάργαρο
     κλητική γάργαρε γάργαρη γάργαρο
↓ πτώσεις   πληθυντικός  
γένη → αρσενικό θηλυκό ουδέτερο
ονομαστική οι γάργαροι οι γάργαρες τα γάργαρα
      γενική των γάργαρων των γάργαρων των γάργαρων
    αιτιατική τους γάργαρους τις γάργαρες τα γάργαρα
     κλητική γάργαροι γάργαρες γάργαρα
Κατηγορία όπως «όμορφος» - Παράρτημα:Επίθετα & Μετοχές

  Ετυμολογία Επεξεργασία

γάργαρος < μεσαιωνική ελληνική γάργαρος < ελληνιστική κοινή γαργαρίζω (αναδρομικός σχηματισμός) < (ηχομιμητική λέξη)

  ΕπίθετοΕπεξεργασία

γάργαρος, -η, -ο

  1. (για νερό) που ρέει διαυγής και κελαρυστός
  2. (μεταφορικά) (για ήχο) κρυστάλλινος, καθαρός
  3. (μεταφορικά) καθαρός, λαμπερός

ΣυνώνυμαΕπεξεργασία

Συγγενικές λέξειςΕπεξεργασία

  ΜεταφράσειςΕπεξεργασία