Ελληνικά (el) Επεξεργασία

↓ πτώσεις       ενικός         πληθυντικός  
ονομαστική ο αφορισμός οι αφορισμοί
      γενική του αφορισμού των αφορισμών
    αιτιατική τον αφορισμό τους αφορισμούς
     κλητική αφορισμέ αφορισμοί
Παράρτημα

  Ετυμολογία Επεξεργασία

  1. αφορισμός < αρχαία ελληνική ἀφορισμός < ἀφορίζω (ξεχωρίζω, διαιρώ) < ἀπό + ὁρίζω
  2. αφορισμός < μεσαιωνική ελληνική αφορισμός < αρχαία ελληνική αφορισμός ἀφορισμός < ἀφορίζω (ξεχωρίζω, διαιρώ) < ἀπό + ὁρίζω

  ΠροφοράΕπεξεργασία

ΔΦΑ : /a.fɔ.ɾi.ˈzmɔs/

  ΟυσιαστικόΕπεξεργασία

αφορισμός αρσενικό

  1. σύντομη, περιεκτική δήλωση που περιέχει μια ευρύτερα αποδεκτή αλήθεια, απόφθεγμα
  2. (θρησκεία) εκκλησιαστική ποινή με την οποία μέλος ενός χριστιανικού δόγματος αποκλείεται εντελώς από τη χριστιανική κοινότητα, ως τιμωρία για πολύ σοβαρά αμαρτήματα στα οποία περιέπεσε
    ※ Τελειώνοντας τά σχετικά μέ τήν λύση του αφορισμού πρέπει νά προσθέσουμε ότι καί τά περίφημα συγχωροχάρτια μέ τά όποια συγχωρούνται γενικώς όλες oι αμαρτίες του χριστιανού προβλέπουν καί τήν ποινή του αφορισμού. Στην μακροσκελέστατη απαρίθμηση τών διαφόρων περιπτώσεων τέλεσης αμαρτίας αναφέρεται γιά τό επιτίμιό μας: «...» ή την παραπλήσια αναφορά: «...καί είτε ύπό κατάραν Πατρός, ή Μητρός αυτών έγένοντο είτε τω ιδίω άναθέματι ύπέπεσον. Ή όρκον ώμοσαν, κάκεΐνον παρέβησαν ή έψευδόρκησαν ή ἀράν Έκκλησιαστικήν, καί άφορισμόν έδέξαντο ποτέ παρ' Ιερέως, ή Άρχιερέως, ή Πατριάρχου δι' ήντιναούν αιτίαν, καί 'ραθυμία χρησάμενοι, ουκ έτυχον συγχωρήσεως» (Ο αφορισμός κατά τη διάρκεια της Τουρκοκρατίας, Η πορεία ενός επιτιμίου, Διδακτορική διατριβή, Παναγιώτης Δ. Μιχαηλάρης, Αθήνα, 1994, σελ. 119, με πηγή Ηλιού, συγχωροχάρτια, 64, 66)

Άλλες μορφέςΕπεξεργασία

Συγγενικές λέξειςΕπεξεργασία

  ΜεταφράσειςΕπεξεργασία