Ελληνικά (el) Επεξεργασία

πτώση ενικός
ονομαστική απόφοιτος απόφοιτη απόφοιτο
γενική απόφοιτου απόφοιτης απόφοιτου
αιτιατική απόφοιτο απόφοιτη απόφοιτο
κλητική απόφοιτε απόφοιτη απόφοιτο
πτώση πληθυντικός
ονομαστική απόφοιτοι απόφοιτες απόφοιτα
γενική απόφοιτων απόφοιτων απόφοιτων
αιτιατική απόφοιτους απόφοιτες απόφοιτα
κλητική απόφοιτοι απόφοιτες απόφοιτα

  Ετυμολογία Επεξεργασία

απόφοιτος < μεσαιωνική ελληνική ἀπόφοιτος < αρχαία ελληνική ἀποφοιτάω / ἀποφοιτῶ < φοιτάω / φοιτῶ

  ΕπίθετοΕπεξεργασία

απόφοιτος, -η, -ο

  • που έχει ολοκληρώσει έναν κύκλο σπουδών και έχει πάρει τον αντίστοιχο τίτλο σπουδών
    απόφοιτος Δημοτικού, Γυμνασίου, Λυκείου

Συγγενικές λέξειςΕπεξεργασία

  ΜεταφράσειςΕπεξεργασία