Άνοιγμα κυρίου μενού

Ελληνικά (el) Επεξεργασία

πτώση ενικός
ονομαστική απόμαχος απόμαχη απόμαχο
γενική απόμαχου απόμαχης απόμαχου
αιτιατική απόμαχο απόμαχη απόμαχο
κλητική απόμαχε απόμαχη απόμαχο
πτώση πληθυντικός
ονομαστική απόμαχοι απόμαχες απόμαχα
γενική απόμαχων απόμαχων απόμαχων
αιτιατική απόμαχους απόμαχες απόμαχα
κλητική απόμαχοι απόμαχες απόμαχα

  Ετυμολογία Επεξεργασία

απόμαχος < αρχαία ελληνική ἀπόμαχος

  ΕπίθετοΕπεξεργασία

απόμαχος, -η, -ο

  1. απόστρατος, βετεράνος, παλαίμαχος
  2. (κατ’ επέκταση) ο ηλικιωμένος, που έχει πια αποσυρθεί από την ενεργό υπηρεσία ή επαγγελματική ζωή
      συνώνυμα: παλαίμαχος

  Συγγενικές λέξειςΕπεξεργασία

  ΜεταφράσειςΕπεξεργασία