Άνοιγμα κυρίου μενού

Ελληνικά (el) Επεξεργασία

  Ετυμολογία Επεξεργασία

παλαίμαχος < → λείπει η ετυμολογία + -μαχος

  ΟυσιαστικόΕπεξεργασία

παλαίμαχος αρσενικό

  1. που είχε πολεμήσει στο παρελθόν, που είχε υπηρετήσει στο στρατό σε περίοδο πολέμου και είχε συμμετάσχει σε μάχες
  2. (κατ’ επέκταση) που είχε ακολουθήσει αθλητική καριέρα σε ομαδικό άθλημα, αλλά τώρα έχει αποσυρθεί από την ενεργό δράση

ΣυνώνυμαΕπεξεργασία


  ΜεταφράσειςΕπεξεργασία