Άνοιγμα κυρίου μενού

Πίνακας περιεχομένων

Flag of Greece.svg Ελληνικά (el) Επεξεργασία

πτώση ενικός
ονομαστική ανοίκειος ανοίκεια ανοίκειο
γενική ανοίκειου ανοίκειας ανοίκειου
αιτιατική ανοίκειο ανοίκεια ανοίκειο
κλητική ανοίκειε ανοίκεια ανοίκειο
πτώση πληθυντικός
ονομαστική ανοίκειοι ανοίκειες ανοίκεια
γενική ανοίκειων ανοίκειων ανοίκειων
αιτιατική ανοίκειους ανοίκειες ανοίκεια
κλητική ανοίκειοι ανοίκειες ανοίκεια

  Ετυμολογία Επεξεργασία

ανοίκειος < ελληνιστική κοινή ἀνοίκειος

  ΠροφοράΕπεξεργασία

ΔΦΑ : /aˈni.ci.ɔs/

  ΕπίθετοΕπεξεργασία

ανοίκειος

  1. αυτός που δεν συμπεριφέρεται με ευπρέπεια, ο αναιδής, ο άκοσμος
  2. ο ανάρμοστος, ο αχαρακτήριστος
  3. (συνήθως για γυναίκα) η άσεμνη

  ΣυνώνυμαΕπεξεργασία

  Συγγενικές λέξειςΕπεξεργασία

  ΜεταφράσειςΕπεξεργασία