Άνοιγμα κυρίου μενού

Flag of Greece.svg Ελληνικά (el) Επεξεργασία

πτώση ενικός
ονομαστική απάδων απάδουσα απάδον
γενική απάδοντος απάδουσας
(απαδούσης)
απάδοντος
αιτιατική απάδοντα απάδουσα απάδον
κλητική απάδων απάδουσα απάδον
πτώση πληθυντικός
ονομαστική απάδοντες απάδουσες απάδοντα
γενική απαδόντων απαδουσών απαδόντων
αιτιατική απάδοντες απάδουσες απάδοντα
κλητική απάδοντες απάδουσες απάδοντα

  Ετυμολογία Επεξεργασία

απάδων < (λόγιο) < αρχαία ελληνική ἀπᾴδων, μετοχή ενεργητικού ενεστώτα του ρήματος ἀπᾴδω

  ΜετοχήΕπεξεργασία

απάδων, -ουσα, -ον

  Συγγενικές λέξειςΕπεξεργασία

  ΜεταφράσειςΕπεξεργασία