Ελληνικά (el) Επεξεργασία

↓ πτώσεις       ενικός         πληθυντικός  
ονομαστική η αμοιβάδα οι αμοιβάδες
      γενική της αμοιβάδας των αμοιβάδων
    αιτιατική την αμοιβάδα τις αμοιβάδες
     κλητική αμοιβάδα αμοιβάδες
Κατηγορία όπως «ελπίδα» - Παράρτημα:Ουσιαστικά
 
Ανατομία μιας αμοιβάδας

  Ετυμολογία Επεξεργασία

αμοιβάδα < λόγιο ενδογενές δάνειο: (άμεσο δάνειο) αγγλική amoeba < νεολατινική amoeba < αρχαία ελληνική ἀμοιβή (εναλλαγή)

  ΠροφοράΕπεξεργασία

ΔΦΑ : /a.miˈva.ða/

  ΟυσιαστικόΕπεξεργασία

αμοιβάδα θηλυκό

  1. (ζωολογία) μονοκύτταρος οργανισμός, της τάξης των αμοιβαδοειδών, που κινείται με ριζοειδείς ή δακτυλοειδείς προεκβολές (ψευδοπόδια)
  2. (ιατρική) νόσος που προκαλείται στα έντερα, όταν εισέλθουν στον οργανισμό αμοιβάδες
     συνώνυμα: αμοιβάδωση

ΥπώνυμαΕπεξεργασία

Συγγενικές λέξειςΕπεξεργασία

Δείτε επίσηςΕπεξεργασία

  ΜεταφράσειςΕπεξεργασία