Δείτε επίσης: ἄμυνα

Ελληνικά (el) Επεξεργασία

↓ πτώσεις       ενικός         πληθυντικός  
ονομαστική η άμυνα οι άμυνες
      γενική της άμυνας
αμύνης
των αμυνών
    αιτιατική την άμυνα τις άμυνες
     κλητική άμυνα άμυνες
Ο δεύτερος τύπος της γενικής, λόγιος.
Κατηγορία όπως «θάλασσα» - Παράρτημα:Ουσιαστικά

  Ετυμολογία Επεξεργασία

άμυνα < αρχαία ελληνική ἄμυνα

  ΟυσιαστικόΕπεξεργασία

άμυνα θηλυκό

  1. η απόκρουση επιθετικής ενέργειας
  2. (νομική): η υπεράσπιση ατόμου από άδικη και παρούσα επίθεση που δέχεται το ίδιο ή άλλο και η εξ αυτής προσβολή του επιτιθεμένου.
  3. τα μέτρα που λαμβάνονται και το υλικό που χρησιμοποιείται για την πρόληψη επιθέσεων
  4. (αθλητισμός) το σύνολο των παικτών που η θέση τους είναι να αντικρούουν επιθετικές ενέργειες
  5. (σκάκι) ομάδα αρχικών κινήσεων όπου ενδιαφέρει το παίξιμο του μαύρου σε αντίθεση με το "άνοιγμα" όπου ενδιαφέρει το παίξιμο του λευκού

ΑντώνυμαΕπεξεργασία

Συγγενικές λέξειςΕπεξεργασία

ΣύνθεταΕπεξεργασία

ΕκφράσειςΕπεξεργασία

  • ενεργητική άμυνα
  • νόμιμη άμυνα
  • παθητική άμυνα
  • Εθνική Άμυνα
  • Πολιτική Άμυνα
  • σικελική άμυνα
  • η καλύτερη άμυνα είναι η επίθεση ή η καλύτερη επίθεση είναι η άμυνα

  ΜεταφράσειςΕπεξεργασία