Ελληνικά (el) Επεξεργασία

↓ πτώσεις       ενικός         πληθυντικός  
ονομαστική η Σλοβενία οι Σλοβενίες
      γενική της Σλοβενίας των Σλοβενιών
    αιτιατική τη Σλοβενία τις Σλοβενίες
     κλητική Σλοβενία Σλοβενίες
Συνήθως στον ενικό.
Παράρτημα:Ουσιαστικά
 
Η θέση της Σλοβενίας στην Ευρώπη.

  Ετυμολογία Επεξεργασία

Σλοβενία < αγγλική < σλοβενική Slovenija < Slovênec < αρχαία σλαβική slovënim

  Κύριο όνομαΕπεξεργασία

Σλοβενία θηλυκό

Συγγενικές λέξειςΕπεξεργασία

Δείτε επίσηςΕπεξεργασία

  ΜεταφράσειςΕπεξεργασία

  ΑναφορέςΕπεξεργασία