Δείτε επίσης: καραγκούνης

Ελληνικά (el) Επεξεργασία

↓ πτώσεις       ενικός         πληθυντικός  
ονομαστική ο Καραγκούνης οι Καραγκούνηδες
      γενική του Καραγκούνη των Καραγκούνηδων
    αιτιατική τον Καραγκούνη τους Καραγκούνηδες
     κλητική Καραγκούνη Καραγκούνηδες
Κατηγορία όπως «μανάβης» - Παράρτημα:Ουσιαστικά

  ΠροφοράΕπεξεργασία

ΔΦΑ : /ka.ɾaˈɡu.nis/
τυπογραφικός συλλαβισμός: Κα‐ρα‐γκού‐νης

  Ετυμολογία 1Επεξεργασία

Καραγκούνης < καρα- / τουρκική kara + αλβανική gunë (κάπα, επενδύτης).(Χρειάζεται τεκμηρίωση…). Κατά το Λεξικό του Ιδρύματος Τριανταφυλλίδη[1] και το Λεξικό Μπαμπινιώτη[2], άγνωστης ετυμολογίας. Δείτε και γούνα, τη λατινική gunna.

  Κύριο όνομαΕπεξεργασία

Καραγκούνης αρσενικό (θηλυκό Καραγκούνα, Καραγκούνισσα)

  1. (πατριδωνυμικό) (παρωχημένο) μέλος της αρβαντοβλάχικης γλωσσικής κοινότητας στην Ακαρνανία
  2. (πατριδωνυμικό)Θεσσαλός γεωργοκτηνοτρόφος της περιοχής των Τρικάλων και της Καρδίτσας

Συγγενικές λέξειςΕπεξεργασία

Δείτε επίσηςΕπεξεργασία

  ΜεταφράσειςΕπεξεργασία

  Ετυμολογία 2Επεξεργασία

Καραγκούνης < πατριδωνυμικό Καραγκούνης

  Κύριο όνομαΕπεξεργασία

Καραγκούνης αρσενικό (θηλυκό Καραγκούνη)

Άλλες γραφέςΕπεξεργασία

ΜεταγραφέςΕπεξεργασία

  ΑναφορέςΕπεξεργασία

  1. «καραγκούνα» -  Λεξικό της Κοινής Νεοελληνικής. (1998) του Ιδρύματος Μανόλη Τριανταφυλλίδη. Η Πύλη για την ελληνική γλώσσα, Κέντρο Ελληνικής Γλώσσας. 
  2. Μπαμπινιώτης, Γεώργιος (2002). Λεξικό της νέας ελληνικής γλώσσας (Β΄ έκδοση). Αθήνα: Κέντρο Λεξικολογίας.  (Α΄ έκδοση: 1998)