Ελληνικά (el) Επεξεργασία

 
Η Βαλτική Θάλασσα.

  Ετυμολογία Επεξεργασία

Βαλτική Θάλασσα < βαλτικός, Θάλασσα

  ΠροφοράΕπεξεργασία

ΔΦΑ : /val.tiˈci ˈθa.la.sa/

  Κύριο όνομαΕπεξεργασία

Βαλτική Θάλασσα θηλυκό, μόνο στον ενικό

  • μεγάλη κλειστή θάλασσα του βόρειου ημισφαιρίου, που περικλείεται από τις βαλτικές χώρες

Άλλες μορφέςΕπεξεργασία

Συγγενικές λέξειςΕπεξεργασία

Δείτε επίσηςΕπεξεργασία

  ΜεταφράσειςΕπεξεργασία