Δείτε επίσης: truck

Αγγλικά (en)Επεξεργασία

  Ετυμολογία Επεξεργασία

track < (κληρονομημένο) μέση αγγλική trak / tracke < παλαιά γαλλική trac, αβέβαιης ετυμολογίας

  ΠροφοράΕπεξεργασία

ΔΦΑ : /træk/

  ΟυσιαστικόΕπεξεργασία

track (en)

  1. ίχνος, χνάρι
  2. δρόμος, μονοπάτι
  3. τροχιά
  4. κομμάτι (ήχος που έχει εγγραφεί σε δίσκο)
  5. μετατρόχιο
  6. (υλικό υπολογιστή) η άτρακτος στην επιφάνεια μαγνητικού δίσκου ενός σκληρού δίσκου

  ΡήμαΕπεξεργασία

ενεστώτας track
γ΄ ενικό ενεστώτα tracks
αόριστος tracked
παθητική μετοχή tracked
ενεργητική μετοχή tracking

track (en)

ΣύνθεταΕπεξεργασία

Δείτε επίσηςΕπεξεργασία

  ΠηγέςΕπεξεργασία

  • track - Dictionary.com. Λήμματα από διάφορα λεξικά για την αγγλική γλώσσα. © 2019 Dictionary.com, LLC