Ελληνικά (el) Επεξεργασία

↓ πτώσεις       ενικός         πληθυντικός  
ονομαστική το χνάρι τα χνάρια
      γενική του χναριού των χναριών
    αιτιατική το χνάρι τα χνάρια
     κλητική χνάρι χνάρια
Παράρτημα:Ουσιαστικά

  Ετυμολογία Επεξεργασία

χνάρι < μεσαιωνική ελληνική ἰχνάριον (υποκοριστικό του ἴχνος)

  ΟυσιαστικόΕπεξεργασία

χνάρι ουδέτερο και αχνάρι

  1. αποτύπωμα ποδιού ζώου ή ανθρώπου στο έδαφος, ίχνος πατημασιάς
  2. (μεταφορικά) σημάδι, ίχνος
  3. (παρωχημένο) πατρόν

  ΜεταφράσειςΕπεξεργασία