Αγγλικά (en) Επεξεργασία

  ΟυσιαστικόΕπεξεργασία

trace (en)

  1. ίχνος, χνάρι
  2. ίχνος, πολύ μικρή ποσότητα
  3. (μαθηματικά) το άθροισμα των στοιχείων της διαγωνίου ενός τετραγωνικού πίνακα

  ΡήμαΕπεξεργασία

trace (en)

  1. ακολουθώ τα ίχνη κάποιου
  2. σχεδιάζω, χαράζω
  3. αντιγράφω ένα σχέδιο πάνω σε διαφανές χαρτί, ξεπατικώνω

ΣύνθεταΕπεξεργασία