Ελληνικά (el) Επεξεργασία

  Ετυμολογία Επεξεργασία

αχνάρι < → λείπει η ετυμολογία

  ΟυσιαστικόΕπεξεργασία

αχνάρι ουδέτερο

  1. το αποτύπωμα του πέλματος ανθρώπου ή ζώου, πατημασιά
  2. κάθε ίχνος ή σημάδι
  3. πατρόν, σχέδιο, υπόδειγμα από ή σε κάποιο υλικό για την κατασκευή ρούχων

  ΜεταφράσειςΕπεξεργασία