Ελληνικά (el) Επεξεργασία

  Ετυμολογία Επεξεργασία

-ίστας < ιταλική -ista + < λατινικά -ista/-istes < αρχαία ελληνική -ιστής < -τής [1]

  ΕπίθημαΕπεξεργασία

-ίστας

  1. ...που παίζει το μουσικό όργανο που σημαίνει η πρωτότυπη λέξη
    μπάσο > μπασίστας, πιάνο > πιανίστας
  2. ... που ασχολείται με το άθλημα που σημαίνει η πρωτότυπη λέξη
    τένις > τενίστας
  3. ...ασκεί μια τέχνη
    γραφίστας
  4. ... που έχει ένα χαρακτηριστικό ή μια ιδιότητα της πρωτότυπης λέξης
    χιούμορ > χιουμορίστας

Δείτε επίσηςΕπεξεργασία

  ΜεταφράσειςΕπεξεργασία

ΑναφορέςΕπεξεργασία