Ελληνικά (el) Επεξεργασία

  Ετυμολογία Επεξεργασία

χιούμορ < αγγλική humour < παλαιά γαλλικά humor < λατινική humor / umor (υγρασία/ σωματικό υγρό) < ινδοευρωπαϊκή (ρίζα) *wegw- («υγρός»). Διαφορετικού ετύμου η αρχαία λέξη χυμός [1]

  ΠροφοράΕπεξεργασία

ΔΦΑ : /ˈçu.mɔɾ/

  ΟυσιαστικόΕπεξεργασία

χιούμορ ουδέτερο άκλιτο

  1. εύθυμη αντιμετώπιση μιας κατάστασης μαζί με ειρωνεία και ενδεχομένως σάτιρα
  2. αστεϊσμός

ΣυνώνυμαΕπεξεργασία

Παράγωγες λέξειςΕπεξεργασία

  ΜεταφράσειςΕπεξεργασία

  ΑναφορέςΕπεξεργασία

  1. Μπαμπινιώτης, Γεώργιος (2002). Λεξικό της νέας ελληνικής γλώσσας (Β΄ έκδοση). Αθήνα: Κέντρο Λεξικολογίας.