Δείτε επίσης: Άδωνης
↓ πτώσεις       ενικός         πληθυντικός  
Ἀδωνιδ- & Ἀδωνι-
ονομαστική Ἄδωνις οἱ Ἀδώνιδες
      γενική τοῦ Ἀδώνιδος
Ἀδώνιος
τῶν Ἀδωνίδων
      δοτική τῷ Ἀδώνιδ τοῖς Ἀδώνισ(ν)
    αιτιατική τὸν Ἄδωνιν τοὺς Ἀδώνιδᾰς
     κλητική ! Ἄδωνι Ἀδώνιδες
  δυϊκός
ονομ-αιτ-κλ τὼ  Ἀδώνιδε
γεν-δοτ τοῖν  Ἀδωνίδοιν
Από το θέμα Ἀδωνι- η γενική Ἀδώνιος.
3η κλίση, Κατηγορία 'ἔρις' όπως «ἔρις» - Παράρτημα:Ουσιαστικά
 
Αφροδίτη και Άδωνις, (αττικό ερυθρόμορφο αγγείο, 410 π.Χ., Μουσείο του Λούβρου).

  Ετυμολογία

επεξεργασία
Ἄδωνις < φοινικική 𐤀𐤃𐤍 (ʾdn / ⁠adōn⁠, κύριος)[1] < πρωτοσημιτική *ʾadan- (άρχω, κρίνω, δικάζω)

  Κύριο όνομα

επεξεργασία

Ἄδωνις αρσενικό

  1. (ελληνική μυθολογία) ο Άδωνης, γιος του Κινύρα και της Μύρρας, ευνοούμενος και μύστης της Αφροδίτης,
    ※  Ἄδωνιν ἡ Κυθήρη / ὡς εἶδε νεκρὸν ἤδη, / τυγνὰν ἔχοντα χαίταν / ὠχράν τε τὰν παρειάν, / ἄγειν τὸν ὗν πρὸς αὑτὰν / ἔταξε τὼς Ἔρωτας. (Θεόκριτος, Εἰς νεκρὸν Ἄδωνιν) λείπει η μετάφραση
  2. (μεταφορικά) ευνοούμενος, αγαπημένος
    ※  εἰσὶ δ᾽ οἳ καὶ ἐπὶ κάλλει θαυμάζεσθαι ἐθέλουσιν, καὶ δεῖ Ἀδώνιδας αὐτοὺς καὶ Ὑακίνθους ἀκούειν, πήχεως ἐνίοτε τὴν ῥῖνα ἔχοντας. (Λουκιανός, Περὶ τῶν ἐν Μισθῷ συνόντων, 35) λείπει η μετάφραση
  3. ανδρικό όνομα
  4. (ιχθυολογία) είδος ψαριού (που πηδάει έξω από το νερό)
     συνώνυμα: ἐξώκοιτος
  5. (φυτό) είδος ανεμώνης (Anemone fulgens)

Άλλες μορφές

επεξεργασία

Παράγωγα

επεξεργασία

Δείτε επίσης

επεξεργασία
  • Για μεταφράσεις, → δείτε τη γραφή Άδωνης
  1. Burkert, Walter (1985), Greek Religion, Cambridge, Massachusetts: Harvard University Press, ISBN 0-674-36281-0, σελ. 176–177.