Ελληνικά (el) Επεξεργασία

πτώση ενικός πληθυντικός
ονομαστική ωφελιμισμός ωφελιμισμοί
γενική ωφελιμισμού ωφελιμισμών
αιτιατική ωφελιμισμό ωφελιμισμούς
κλητική ωφελιμισμέ ωφελιμισμοί

  Ετυμολογία Επεξεργασία

ωφελιμισμός < ωφελιμιστής

  ΠροφοράΕπεξεργασία

ΔΦΑ : /ɔ.fɛ.li.mi.ˈzmɔs/

  ΟυσιαστικόΕπεξεργασία

ωφελιμισμός αρσενικό μόνο στον ενικό

  1. στάση κατά την οποία η εξέταση και προσέγγιση κάθε πράγματος, κατάστασης, ανθρώπινης σχέσης γίνεται με αποκλειστικό (ή κύριο) γνώμονα το όφελος που μπορεί κάποιος να αποκομίσει―η στάση του ωφελιμιστή
  2. σύστημα ηθικής κατά το οποίο καλό είναι ό,τι ωφελεί το άτομο ή την πλειονότητα των ανθρώπων, χρησιμοθηρία


ΣυνώνυμαΕπεξεργασία

  ΜεταφράσειςΕπεξεργασία