Νέα ελληνικά (el)Επεξεργασία

↓ πτώσεις       ενικός      
γένη → αρσενικό θηλυκό ουδέτερο
ονομαστική ο ψυχωσικός η ψυχωσική το ψυχωσικό
      γενική του ψυχωσικού της ψυχωσικής του ψυχωσικού
    αιτιατική τον ψυχωσικό την ψυχωσική το ψυχωσικό
     κλητική ψυχωσικέ ψυχωσική ψυχωσικό
↓ πτώσεις   πληθυντικός  
γένη → αρσενικό θηλυκό ουδέτερο
ονομαστική οι ψυχωσικοί οι ψυχωσικές τα ψυχωσικά
      γενική των ψυχωσικών των ψυχωσικών των ψυχωσικών
    αιτιατική τους ψυχωσικούς τις ψυχωσικές τα ψυχωσικά
     κλητική ψυχωσικοί ψυχωσικές ψυχωσικά
Κατηγορία όπως «καλός» - Παράρτημα:Επίθετα & Μετοχές

  Ετυμολογία Επεξεργασία

ψυχωσικός < ψύχωση

  ΕπίθετοΕπεξεργασία

ψυχωσικός, -ή, ό και ψυχωτικός

  1. που πάσχει από ψύχωση
    ψυχωσικός ασθενής
  2. σχετικός με μία ψύχωση
    ψυχωσικές καταστάσεις

Πολυλεκτικοί όροιΕπεξεργασία

  ΜεταφράσειςΕπεξεργασία