Ελληνικά (el) Επεξεργασία

↓ πτώσεις       ενικός      
γένη → αρσενικό θηλυκό ουδέτερο
ονομαστική ο μεμονωμένος η μεμονωμένη το μεμονωμένο
      γενική του μεμονωμένου της μεμονωμένης του μεμονωμένου
    αιτιατική τον μεμονωμένο τη μεμονωμένη το μεμονωμένο
     κλητική μεμονωμένε μεμονωμένη μεμονωμένο
↓ πτώσεις   πληθυντικός  
γένη → αρσενικό θηλυκό ουδέτερο
ονομαστική οι μεμονωμένοι οι μεμονωμένες τα μεμονωμένα
      γενική των μεμονωμένων των μεμονωμένων των μεμονωμένων
    αιτιατική τους μεμονωμένους τις μεμονωμένες τα μεμονωμένα
     κλητική μεμονωμένοι μεμονωμένες μεμονωμένα
Κατηγορία όπως «αγαπημένος» - Παράρτημα:Επίθετα & Μετοχές

  Ετυμολογία Επεξεργασία

μεμονωμένος < (λόγιο) αρχαία ελληνική μεμονωμένος, μετοχή παρακειμένου με αναδιπλασιαμό του ρήματος μονόομαι, μονοῦμαι, μεσοπαθητικής φωνής του μονόω, μονῶ, μεταφραστικό δάνειο από τη γαλλική isolé.[1] Δείτε και τη νεοελληνική μετοχή μονωμένος από το μονώνω

  ΠροφοράΕπεξεργασία

ΔΦΑ : /me.mo.noˈme.nos/

  ΜετοχήΕπεξεργασία

μεμονωμένος, -η, -ο

  1. μοναδικός, που παρουσιάζεται μόνο μία φορά
    μεμονωμένο περιστατικό

ΣημειώσειςΕπεξεργασία

  ΜεταφράσειςΕπεξεργασία

  ΑναφορέςΕπεξεργασία