Ελληνικά (el)Επεξεργασία

↓ πτώσεις       ενικός         πληθυντικός  
ονομαστική η έξαρση οι εξάρσεις
      γενική της έξαρσης* των εξάρσεων
    αιτιατική την έξαρση τις εξάρσεις
     κλητική έξαρση εξάρσεις
* παλιότερος λόγιος τύπος, εξάρσεως
Κατηγορία όπως «δύναμη» - Παράρτημα:Ουσιαστικά

  Ετυμολογία Επεξεργασία

έξαρση < ελληνιστική κοινή ἔξαρσις < αρχαία ελληνική ἐξαίρω

  ΟυσιαστικόΕπεξεργασία

έξαρση θηλυκό

  1. σημείο με μεγαλύτερο ύψος από τα γειτονικά του
    • Στην ανατολική Αττική οι θυελλώδεις άνεμοι έδρασαν ως «καταβάτες» από τις ορεινές εξάρσεις της περιοχής προς τη θάλασσα. (*)
    • μια έξαρση του εδάφους έκρυβε ένα προϊστορικό οικισμό
  2. η ενέργεια του εξαίρω
  3. η αύξηση της έντασης ή της συχνότητας ενός φαινομένου
    η έξαρση του ενθουσιασμού/ των καιρικών φαινομένων/ της ασθένειας/ της εγκληματικότητας

Συγγενικές λέξειςΕπεξεργασία

  ΜεταφράσειςΕπεξεργασία