Αγγλικά (en) Επεξεργασία

  ΟυσιαστικόΕπεξεργασία

exaltation (en)

  1. η έξαρση



Γαλλικά (fr) Επεξεργασία

  ΟυσιαστικόΕπεξεργασία

ενικός πληθυντικός
exaltation exaltations

exaltation (fr) θηλυκό

  1. η έξαρση, η έξαψη