Ελληνικά (el) Επεξεργασία

     πτώσεις  ↓          ενικός         πληθυντικός  
ονομαστική η ψίχα οι ψίχες
      γενική της ψίχας των ψιχών
    αιτιατική την ψίχα τις ψίχες
     κλητική ψίχα ψίχες
Παράρτημα

  Ετυμολογία Επεξεργασία

ψίχα < αρχαία ελληνική ψίξ

  ΠροφοράΕπεξεργασία

ΔΦΑ : /ˈpsi.xa/

  ΟυσιαστικόΕπεξεργασία

ψίχα θηλυκό

  1. το μαλακό εσωτερικό μέρος του ψωμιού (σε αντίθεση με την κόρα)
  2. το μαλακό εσωτερικό του βλαστού ή του κορμού ή φαγώσιμης ρίζας κάποιων φυτών
  3. η σάρκα που υπάρχει στην εσωτερική πλευρά της άκρης των δαχτύλων
  4. (συνεκδοχικά) το εσωτερικό διαφόρων καρπών (σε αντίθεση με τη φλούδα)
  5. (μεταφορικά) μια ελάχιστη ποσότητα από κάτι
  6. πληθυντικός τα ψίχουλα

Συγγενικές λέξειςΕπεξεργασία

  ΜεταφράσειςΕπεξεργασία