Ελληνικά (el) Επεξεργασία


     πτώσεις  ↓          ενικός         πληθυντικός  
ονομαστική η κόρα οι κόρες
      γενική της κόρας
    αιτιατική την κόρα τις κόρες
     κλητική κόρα κόρες
Η γενική πληθυντικού -ών δεν συνηθίζεται.
Παράρτημα

  Ετυμολογία Επεξεργασία

κόρα < → λείπει η ετυμολογία

  ΟυσιαστικόΕπεξεργασία

κόρα θηλυκό

  1. το εξωτερικό σκληρό μέρος του ψωμιού (σε αντιδιαστολή με την εσωτερική μαλακή ψίχα)


  ΜεταφράσειςΕπεξεργασία

Αρχαία ελληνικά (grc) Επεξεργασία

  ΟυσιαστικόΕπεξεργασία

κόρα θηλυκό

  • αιολικός τύπος του κόρη