Αρχαία ελληνικά (grc) Επεξεργασία

Πτώση Ενικός Δυϊκός Πληθυντικός
Ονομαστική ψιχίον ψιχίω ψιχία
Γενική ψιχίου ψιχίοιν ψιχίων
Δοτική ψιχί ψιχίοιν ψιχίοις
Αιτιατική ψιχίον ψιχίω ψιχία
Κλητική ψιχίον ψιχίω ψιχία

  Ετυμολογία Επεξεργασία

ψιχίον < ψίξ + υποκοριστικό επίθημα -ίον < αρχαία ελληνική ψίω

  ΟυσιαστικόΕπεξεργασία

ψιχίον ουδέτερο

  • (ελληνιστική κοινή) ψιχίο
    Οὐκ ἔστιν καλὸν λαβεῖν τὸν ἄρτον τῶν τέκνων καὶ βαλεῖν τοῖς κυναρίοις. 27 ἡ δὲ εἶπεν, Ναί, κύριε, καὶ γὰρ τὰ κυνάρια ἐσθίει ἀπὸ τῶν ψιχίων τῶν πιπτόντων ἀπὸ τῆς τραπέζης τῶν κυρίων αὐτῶν. (Κατά Ματθαίον Ευαγγέλιο, ιε 27)

  ΠηγέςΕπεξεργασία