Άνοιγμα κυρίου μενού

Αρχαία ελληνικά (grc) Επεξεργασία

Πτώση
Ενικός
Δυϊκός
Πληθυντικός
Ονομαστική ψίξ ψῖχε ψῖχες
Γενική ψιχός ψιχοῖν ψιχῶν
Δοτική ψιχί ψιχοῖν ψιξί(ν)
Αιτιατική ψῖχ ψῖχε ψῖχᾰς
Κλητική ψίξ ψῖχε ψῖχες

  Ετυμολογία Επεξεργασία

ψίξ < ψίω

  ΟυσιαστικόΕπεξεργασία

ψίξ αρσενικό ή θηλυκό

  1. κομματάκι ψωμιού
  2. ψίχα/ψίχουλο (ψωμιού)

Συγγενικές λέξειςΕπεξεργασία

Μεσαιωνικά ελληνικά

Νέα ελληνικά