Ελληνικά (el) Επεξεργασία

  Ετυμολογία Επεξεργασία

χρυσοφόρος < αρχαία ελληνική χρυσοφόρος

  ΕπίθετοΕπεξεργασία

χρυσοφόρος

  1. που φοράει χρυσά, είναι ζάπλουτος, είναι ισχυρός
  2. επιχείρηση ή δραστηριότητα που αποφέρει πολλά κέρδη
  3. που φέρει χρυσό ( για έδαφος)

  ΜεταφράσειςΕπεξεργασία



Αρχαία ελληνικά (grc) Επεξεργασία

  Ετυμολογία Επεξεργασία

χρυσοφόρος < χρυσός και φέρω

  ΕπίθετοΕπεξεργασία

χρυσοφόρος

  • Ἑλλήνων προμαχοῦντες Ἀθηναῖοι Μαραθῶνι χρυσοφόρων Μήδων ἐστόρεσαν δύναμιν