Ελληνικά (el) Επεξεργασία

  Ετυμολογία Επεξεργασία

χρυσαφένιος < χρυσάφι

  ΕπίθετοΕπεξεργασία

χρυσαφένιος, -ια, -ιο

  1. που έχει το χρώμα του χρυσαφιού
    χρυσαφένια μαλλιά
     συνώνυμα: χρυσός, χρυσαφής
  2. φτιαγμένος από χρυσάφι
    χρυσαφένιο δαχτυλίδι
     συνώνυμα: χρυσός

  ΜεταφράσειςΕπεξεργασία