Άνοιγμα κυρίου μενού

Πίνακας περιεχομένων

Flag of Greece.svg Ελληνικά (el) Επεξεργασία

πτώση ενικός πληθυντικός
ονομαστική φοροτεχνικός φοροτεχνικοί
γενική φοροτεχνικού φοροτεχνικών
αιτιατική φοροτεχνικό φοροτεχνικούς
κλητική φοροτεχνικέ φοροτεχνικοί

  Ετυμολογία Επεξεργασία

φοροτεχνικός < φόρος + τέχνη

  ΕπίθετοΕπεξεργασία

φοροτεχνικός, -ή, -ό

  1. σχετικός με φορολογικές υποθέσεις

  ΟυσιαστικόΕπεξεργασία

φοροτεχνικός αρσενικό

  1. ο ειδικευμένος σε φορολογικές υποθέσεις
  2. (συνήθως) ο λογιστής

  ΜεταφράσειςΕπεξεργασία