Δείτε επίσης: Φακής

Ελληνικά (el) Επεξεργασία

↓ πτώσεις       ενικός         πληθυντικός  
ονομαστική η φακή οι φακές
      γενική της φακής των φακών
    αιτιατική τη φακή τις φακές
     κλητική φακή φακές
όπως «ψυχή» - Παράρτημα:Ουσιαστικά
 
Φυτό της φακής.
 
Φακές.
 
Ένα πιάτο φακές σε σούπα.

  Ετυμολογία Επεξεργασία

φακή < (κληρονομημένο) αρχαία ελληνική φακῆ

  ΟυσιαστικόΕπεξεργασία

φακή θηλυκό

  1. (βοτανική) αγγειόσπερμο δικότυλο φυτό της οικογένειας των Κυαμοειδών και στην τάξη των Κυαμωδών
  2. (όσπριο) ο καρπός του φυτού
  3. (γαστρονομία, συνήθως στον πληθυντικό) φακές: το φαγητό με φακές
    Οι φακές είναι νόστιμες και έχουν βιταμίνες και σίδηρο

Συγγενικές λέξειςΕπεξεργασία

ΕκφράσειςΕπεξεργασία

Δείτε επίσηςΕπεξεργασία

  ΜεταφράσειςΕπεξεργασία