Αρχαία ελληνικά (grc) Επεξεργασία

Πτώση Ενικός Δυικός Πληθυντικός
Ονομαστική φακ φακ φακαῖ
Γενική φακῆς φακαῖν φακῶν
Δοτική φακ φακαῖν φακαῖς
Αιτιατική φακῆν φακ φακᾶς
Κλητική φακ φακ φακαῖ

  Ετυμολογία Επεξεργασία

φακῆ < φακός

  ΟυσιαστικόΕπεξεργασία

φακῆ θηλυκό (φᾰκῆ)

  1. φακή
  2. φακές