Γερμανικά (de) Επεξεργασία

  ΠροφοράΕπεξεργασία

Linsen 

  ΟυσιαστικόΕπεξεργασία

Linsen θηλυκό στον πληθυντικό

  • φακές: η κοινή ονομασία για το όσπριο σαν εμπόρευμα και σαν μερίδα φαγητού

  Κλιτικός τύπος ουσιαστικούΕπεξεργασία

Linsen (de)