Ελληνικά (el) Επεξεργασία

↓ πτώσεις       ενικός      
γένη → αρσενικό θηλυκό ουδέτερο
ονομαστική ο υστερόβουλος η υστερόβουλη το υστερόβουλο
      γενική του υστερόβουλου της υστερόβουλης του υστερόβουλου
    αιτιατική τον υστερόβουλο την υστερόβουλη το υστερόβουλο
     κλητική υστερόβουλε υστερόβουλη υστερόβουλο
↓ πτώσεις   πληθυντικός  
γένη → αρσενικό θηλυκό ουδέτερο
ονομαστική οι υστερόβουλοι οι υστερόβουλες τα υστερόβουλα
      γενική των υστερόβουλων των υστερόβουλων των υστερόβουλων
    αιτιατική τους υστερόβουλους τις υστερόβουλες τα υστερόβουλα
     κλητική υστερόβουλοι υστερόβουλες υστερόβουλα
Κατηγορία όπως «όμορφος» - Παράρτημα:Επίθετα & Μετοχές

  Ετυμολογία Επεξεργασία

υστερόβουλος < υστεροβουλία + -ος (αναδρομικός σχηματισμός) < ελληνιστική κοινή ὑστεροβουλία

  ΕπίθετοΕπεξεργασία

υστερόβουλος, -η, -ο

  • που κάνει κάτι χωρίς να φανερώνει ότι έχει απώτερο σκοπό να ικανοποιήσει ιδιοτελή συμφέροντα και επιδιώξεις

ΑντώνυμαΕπεξεργασία

Συγγενικές λέξειςΕπεξεργασία

  ΜεταφράσειςΕπεξεργασία