Ελληνικά (el) Επεξεργασία


↓ πτώσεις       ενικός         πληθυντικός  
ονομαστική η υποδομή οι υποδομές
      γενική της υποδομής των υποδομών
    αιτιατική την υποδομή τις υποδομές
     κλητική υποδομή υποδομές
όπως «ψυχή» - Παράρτημα:Ουσιαστικά

  Ετυμολογία Επεξεργασία

Πρότυπο:υπό + δομή

  ΟυσιαστικόΕπεξεργασία

υποδομή θηλυκό

  1. οτιδήποτε αποτελεί τη βάση για την εκτέλεση μιας εργασίας, για τη δημιουργία ενός έργου
  2. τεχνικός όρος κυρίως της οδοποιίας, η ειδική προεργασία του εδάφους για να δεχτεί το οδόστρωμα

  ΜεταφράσειςΕπεξεργασία