Ελληνικά (el) Επεξεργασία

πτώση ενικός πληθυντικός
ονομαστική τερέβινθος τερέβινθοι
γενική τερεβίνθου τερεβίνθων
αιτιατική τερέβινθο τερεβίνθους
κλητική τερέβινθε
τερέβινθο*
τερέβινθοι

  Ετυμολογία Επεξεργασία

τερέβινθος < αρχαία ελληνική τερέβινθος

  ΟυσιαστικόΕπεξεργασία

τερέβινθος θηλυκό

Συγγενικές λέξειςΕπεξεργασία

ΣύνθεταΕπεξεργασία

ΣυνώνυμαΕπεξεργασία

Δείτε επίσηςΕπεξεργασία

  ΜεταφράσειςΕπεξεργασία