Ελληνικά (el) Edit

 
Pistacia vera, η φυστικιά.


πτώση ενικός πληθυντικός
ονομαστική φιστικιά φιστικιές
γενική φιστικιάς φιστικιών
αιτιατική φιστικιά φιστικιές
κλητική φιστικιά φιστικιές

  Ετυμολογία Edit

φιστικιά < ελληνιστική κοινή πιστάκιον από περσική λέξη (ίσως pistah) με επίδραση του τουρκικού fıstık από αραβική προφορά πιθανόν της ίδιας λέξης με την περσική

  ΠροφοράEdit

ΔΦΑ : /fi.sti.ci.ˈa/

  ΟυσιαστικόEdit

φιστικιά θηλυκό

  • (βοτανική) το καρποφόρο δέντρο το οποίο παράγει το φιστίκι (δέντρο που η καλλιέργειά του στην Ελλάδα εισήχθη μάλλον από την Περσία)

Δείτε επίσηςEdit

  ΜεταφράσειςEdit