Δείτε επίσης: τοιχοποιός

Ελληνικά (el)Επεξεργασία

↓ πτώσεις       ενικός         πληθυντικός  
ονομαστική ο/η τειχοποιός οι τειχοποιοί
      γενική του/της τειχοποιού των τειχοποιών
    αιτιατική τον/την τειχοποιό τους/τις τειχοποιούς
     κλητική τειχοποιέ τειχοποιοί
Κατηγορία όπως «γιατρός» - Παράρτημα:Ουσιαστικά

  Ετυμολογία Επεξεργασία

τειχοποιός < αρχαία ελληνική τειχοποιός < τεῖχος + ποιέω / ποιῶ

  ΠροφοράΕπεξεργασία

ΔΦΑ : /ti.xo.piˈos/
τυπογραφικός συλλαβισμός: τει‐χο‐ποι‐ός

  ΟυσιαστικόΕπεξεργασία

τειχοποιός αρσενικό ή θηλυκό

  ΜεταφράσειςΕπεξεργασία



Αρχαία ελληνικά (grc)Επεξεργασία

→ γένη αρσενικό & θηλυκό ουδέτερο
↓ πτώσεις       ενικός      
ονομαστική / τειχοποιός τὸ τειχοποιόν
      γενική τοῦ/τῆς τειχοποιοῦ τοῦ τειχοποιοῦ
      δοτική τῷ/τῇ τειχοποι τῷ τειχοποι
    αιτιατική τὸν/τὴν τειχοποιόν τὸ τειχοποιόν
     κλητική ! τειχοποιέ τειχοποιόν
↓ πτώσεις   πληθυντικός  
ονομαστική οἱ/αἱ τειχοποιοί τὰ τειχοποιᾰ́
      γενική τῶν τειχοποιῶν τῶν τειχοποιῶν
      δοτική τοῖς/ταῖς τειχοποιοῖς τοῖς τειχοποιοῖς
    αιτιατική τοὺς/τὰς τειχοποιούς τὰ τειχοποιᾰ́
     κλητική ! τειχοποιοί τειχοποιᾰ́
    δυϊκός  
ονομ-αιτ-κλ τὼ τειχοποιώ τὼ τειχοποιώ
      γεν-δοτ τοῖν τειχοποιοῖν τοῖν τειχοποιοῖν
2η κλίση, Κατηγορία 'βοηθός' όπως «βοηθός» - Παράρτημα:Επίθετα & Μετοχές

ζητούμενο λήμμα

  ΠηγέςΕπεξεργασία