Ελληνικά (el) Επεξεργασία

  ΟυσιαστικόΕπεξεργασία

συναίρεσις θηλυκό


Αρχαία ελληνικά (grc) Επεξεργασία

Πτώση Ενικός Δυϊκός Πληθυντικός
Ονομαστική συναίρεσις συναιρέσει συναιρέσεις
Γενική συναιρέσεως συναιρεσέοιν συναιρέσεων
Δοτική συναιρέσει συναιρεσέοιν συναιρέσεσι(ν)
Αιτιατική συναίρεσιν συναιρέσει συναιρέσεις
Κλητική συναίρεσι συναιρέσει συναιρέσεις

  Ετυμολογία Επεξεργασία

συναίρεσις < αρχαία ελληνική συναιρέω / συναιρῶ + -σις

  ΟυσιαστικόΕπεξεργασία

συναίρεσις θηλυκό (ελληνιστική κοινή)

  1. το να φέρεις κοντά, να μαζέψεις, το μάζεμα
    συναίρεσις καρπών
  2. η σύνθεση, η συγκέντρωση, η συνένωση
  3. η ελάττωση, η σμίκρυνση
  4. (γραμματική) συναίρεση, η συγχώνευση δύο γειτονικών ετεροσύλλαβων φωνηέντων ή διφθόγγων εντός μίας λέξης σε ένα μακρό φωνήεν ή δίφθογγο
    π.χ. ποιέω > ποι
     αντώνυμα: διαίρεσις

Δείτε επίσηςΕπεξεργασία

  ΠηγέςΕπεξεργασία