Ελληνικά (el) Επεξεργασία

↓ πτώσεις       ενικός         πληθυντικός  
ονομαστική ο/η συνήγορος οι συνήγοροι
      γενική του/της
του
συνηγόρου
συνήγορου
των συνηγόρων
    αιτιατική τον/τη συνήγορο τους/τις
τους
συνηγόρους
συνήγορους
     κλητική συνήγορε συνήγοροι
Οι δεύτεροι τύποι, μόνον για το αρσενικό.
Παράρτημα:Ουσιαστικά

  Ετυμολογία Επεξεργασία

συνήγορος < (λόγιο) αρχαία ελληνική συνήγορος < συνηγορώ < συν- + αγορεύω

  ΟυσιαστικόΕπεξεργασία

συνήγορος αρσενικό ή θηλυκό

  • (νομική) ο δικηγόρος που υπερασπίζεται τον πελάτη του στο δικαστήριο
  • οποιοσδήποτε υπερασπίζεται με επιχειρήματα κάποιον άλλο

ΕκφράσειςΕπεξεργασία

  • συνήγορος του διαβόλου: αυτός που αναλαμβάνει -προς χάρη της συζήτησης- να υπερασπιστεί αντιδημοφιλείς απόψεις ή θέσεις που δεν γίνονται αποδεκτές από κανέναν άλλο από τους συμμετέχοντες, συνήθως ο ίδιος ο συντονιστής της συζήτησης.

Συγγενικές λέξειςΕπεξεργασία

  ΜεταφράσειςΕπεξεργασία



Αρχαία ελληνικά (grc) Επεξεργασία

→ λείπει η κλίση

  Ετυμολογία Επεξεργασία

συνήγορος < → λείπει η ετυμολογία

  ΕπίθετοΕπεξεργασία

συνήγορος, -ος, -ον

  ΟυσιαστικόΕπεξεργασία

συνήγορος αρσενικό

  1. αυτός που υπερασπίζεται κάποιον με τα λόγια
  2. (Αθήνα) Άρχοντας που υπερασπιζόταν τους παλαιότερους νόμους απέναντι στους νομοθέτες
  3. (Αθήνα) καθένας από τoυς 10 Άρχοντες, δημόσιος λογιστής
  4. δημόσιος κατήγορος
  5. συνήγορος

  ΠηγέςΕπεξεργασία