Ελληνικά (el) Επεξεργασία

πτώση ενικός
ονομαστική στριμωγμένος στριμωγμένη στριμωγμένο
γενική στριμωγμένου στριμωγμένης στριμωγμένου
αιτιατική στριμωγμένο στριμωγμένη στριμωγμένο
κλητική στριμωγμένε στριμωγμένη στριμωγμένο
πτώση πληθυντικός
ονομαστική στριμωγμένοι στριμωγμένες στριμωγμένα
γενική στριμωγμένων στριμωγμένων στριμωγμένων
αιτιατική στριμωγμένους στριμωγμένες στριμωγμένα
κλητική στριμωγμένοι στριμωγμένες στριμωγμένα

  Ετυμολογία Επεξεργασία

στριμωγμένος < παθητική μετοχή του στριμώχνω

  ΜετοχήΕπεξεργασία

στριμωγμένος, στριμωγμένη, στριμωγμένο

  1. που έχει στριμωχτεί, που είναι συμπιεσμένος, σφηνωμένος
    Είμαι στριμωγμένος στο λεωφορείο τώρα δεν μπορώ να μιλάω στο κινητό σαν τις ψωνάρες
    ...βαρύ κάστρο γύρω γύρω τη βασανισμένη πολιτεία των μεταλλείων, με τα φουγάρα και τα εργοστάσια και με τα στριμωγμένα χαμόσπιτα της αργατιάς (Βάσος Δασκαλάκης για το Λαύριο, "Οι Ξεριζωμένοι")
  2. (μεταφορικά) που δεν έχει περιθώρια ελιγμών
    Φίλε δεν μπορώ να βοηθήσω, γιατί είμαι πολύ στριμωγμένος οικονομικά
    Ο προϊστάμενος με έχει βάλει στο μάτι και είμαι στριμωγμένος(από δουλειά)

ΣυνώνυμαΕπεξεργασία

ΑντώνυμαΕπεξεργασία

Συγγενικές λέξειςΕπεξεργασία

  ΜεταφράσειςΕπεξεργασία