Ελληνικά (el) Επεξεργασία

     πτώσεις  ↓          ενικός         πληθυντικός  
ονομαστική η σάλπιγγα οι σάλπιγγες
      γενική της σάλπιγγας
& σάλπιγγος
των σαλπίγγων
    αιτιατική τη σάλπιγγα τις σάλπιγγες
     κλητική σάλπιγγα σάλπιγγες
Παράρτημα

  Ετυμολογία Επεξεργασία

σάλπιγγα < (λόγιο) αρχαία ελληνική σάλπιγξ [1]
όροι της ανατομίας < λόγιο ενδογενές δάνειο: νεολατινική salpinx < αρχαία ελληνική σάλπιγξ & σημασιολογικό δάνειο από τη γαλλική tube

  ΠροφοράΕπεξεργασία

ΔΦΑ : /ˈsal.piŋ.ga/
συλλαβισμός: σάλ‐πιγ‐γα

  ΟυσιαστικόΕπεξεργασία

σάλπιγγα θηλυκό

  1. (μουσικά όργανα) πνευστό όργανο της οικογένειας των χάλκινων που μοιάζει με απλή τρομπέτα χωρίς βαβλίδες ή τρύπες. Παράγει μόνο ήχους μίας αρμονικής σειράς. Χρησιμοποιείται κυρίως στο στρατό για να μεταδώσει παραγγέλματα.
    «Ο ήχος της σάλπιγγος», είναι ο τίτλος του αυτοβιογραφικού αφηγήματος του ιδιοφυούς τουμπίστα Γιάννη Ζουγανέλη
  2. (ανατομία) μέρος των γεννητικών οργάνων της γυναίκας που συνδέει μια ωοθήκη με τη μήτρα
  3. (ανατομία) → δείτε τον όρο ευσταχιανή σάλπιγγα

ΕκφράσειςΕπεξεργασία

Συγγενικές λέξειςΕπεξεργασία

  ΜεταφράσειςΕπεξεργασία

  ΑναφορέςΕπεξεργασία