Άνοιγμα κυρίου μενού

Πίνακας περιεχομένων

Flag of Greece.svg Ελληνικά (el) Επεξεργασία

πτώση ενικός πληθυντικός
ονομαστική σάλπιγγα σάλπιγγες
γενική σάλπιγγας σαλπίγγων
αιτιατική σάλπιγγα σάλπιγγες
κλητική σάλπιγγα σάλπιγγες

  Ετυμολογία Επεξεργασία

σάλπιγγα < αρχαία ελληνική σάλπιγξ

  ΠροφοράΕπεξεργασία

ΔΦΑ : /ˈsal.piŋ.ga/

  ΟυσιαστικόΕπεξεργασία

σάλπιγγα θηλυκό

  1. (μουσικά όργανα) πνευστό όργανο της οικογένειας των χάλκινων που μοιάζει με απλή τρομπέτα χωρίς βαβλίδες ή τρύπες. Παράγει μόνο ήχους μίας αρμονικής σειράς. Χρησιμοποιείται κυρίως στο στρατό για να μεταδώσει παραγγέλματα.
  2. (ανατομία) μέρος των γεννητικών οργάνων της γυναίκας που συνδέει μια ωοθήκη με τη μήτρα
  3. (ανατομία) βλέπε ευσταχιανή σάλπιγγα

  ΕκφράσειςΕπεξεργασία

  Συγγενικές λέξειςΕπεξεργασία

  ΜεταφράσειςΕπεξεργασία