Άνοιγμα κυρίου μενού

Ελληνικά (el) Επεξεργασία

  Ετυμολογία Επεξεργασία

χάλκινος < ελληνιστική κοινή χάλκινος

  ΕπίθετοΕπεξεργασία

χάλκινος

  1. φτιαγμένος από χαλκό
  2. (μουσική) χάλκινα όργανα: οικογένεια μουσικών πνευστών οργάνων

  ΜεταφράσειςΕπεξεργασία