Άνοιγμα κυρίου μενού

Flag of Greece.svg Ελληνικά (el) Επεξεργασία

πτώση ενικός πληθυντικός
ονομαστική ρέγκα ρέγκες
γενική ρέγκας ρεγκών
αιτιατική ρέγκα ρέγκες
κλητική ρέγκα ρέγκες
 
Ρέγγα Ατλαντικού
 
Ένα κοπάδι ρέγκες

  Ετυμολογία Επεξεργασία

ρέγκα < βενετική renga < μεσαιωνική λατινική haringus < φραγκικά *hāring < πρωτογερμανικά *hēringaz

  ΟυσιαστικόΕπεξεργασία

ρέγκα θηλυκό

  1. (ιχθυολογία) θαλασσινό ψάρι που συνήθως συναντιέται σε πελώρια κοπάδια
  2. (μεταφορικά) αδύνατος άνθρωπος και ίσως δύσμορφος (συνήθως για γυναίκα)

  Εναλλακτικές μορφές Επεξεργασία

  ΕκφράσειςΕπεξεργασία

  • να τον κλαιν κι οι ρέγγες: που δεν βρίσκεται σε καλή κατάσταση (σωματική, ψυχολογική, οικονομική κ.λπ.)

  ΣυνώνυμαΕπεξεργασία

  Δείτε επίσης Επεξεργασία

  ΜεταφράσειςΕπεξεργασία