Ελληνικά (el) Επεξεργασία

πτώση ενικός
ονομαστική προχωρητικός προχωρητική προχωρητικό
γενική προχωρητικού προχωρητικής προχωρητικού
αιτιατική προχωρητικό προχωρητική προχωρητικό
κλητική προχωρητικέ προχωρητική προχωρητικό
πτώση πληθυντικός
ονομαστική προχωρητικοί προχωρητικές προχωρητικά
γενική προχωρητικών προχωρητικών προχωρητικών
αιτιατική προχωρητικούς προχωρητικές προχωρητικά
κλητική προχωρητικοί προχωρητικές προχωρητικά

  Ετυμολογία Επεξεργασία

προχωρητικός < προχωρώ + -τικός, (μεταφραστικό δάνειο) γαλλική progressif

  ΕπίθετοΕπεξεργασία

προχωρητικός, -ή, -ό

  • που προχωρεί, εξελίσσεται προς τα εμπρός
    1. (γλωσσολογία) προχωρητική αφομοίωση: η εξομοίωση ενός φθόγγου με αυτόν που προηγείται, όπως πχ στο ἐξολεθρεύω > εξολοθρεύω
       αντώνυμα: υποχωρητική αφομοίωση
    2. προχωρητική έλξη: τπ συντακτικό φαινόμενο κατά το οποίο η αναφορική αντωνυμία τίθεται στην πτώση της λέξης στην οποία αναφέρεται, πχ στη φράση ευχαριστώ όλους όσους με βοήθησαν αντί του αναμενόμενου ευχαριστώ όλους όσοι με βοήθησαν
    3. (ψυχολογία) προχωρητική αμνησία: η πάθηση κατά την οποία κάποιος δεν μπορεί να συγκρατήσει όσα του συμβαίνουν μετά από τη χρονική στιγμή της έναρξης της αμνησίας
       αντώνυμα: αναδρομική αμνησία

  ΜεταφράσειςΕπεξεργασία