Νέα ελληνικά (el)Επεξεργασία

↓ πτώσεις       ενικός      
γένη → αρσενικό θηλυκό ουδέτερο
ονομαστική ο πραϋντικός η πραϋντική το πραϋντικό
      γενική του πραϋντικού της πραϋντικής του πραϋντικού
    αιτιατική τον πραϋντικό την πραϋντική το πραϋντικό
     κλητική πραϋντικέ πραϋντική πραϋντικό
↓ πτώσεις   πληθυντικός  
γένη → αρσενικό θηλυκό ουδέτερο
ονομαστική οι πραϋντικοί οι πραϋντικές τα πραϋντικά
      γενική των πραϋντικών των πραϋντικών των πραϋντικών
    αιτιατική τους πραϋντικούς τις πραϋντικές τα πραϋντικά
     κλητική πραϋντικοί πραϋντικές πραϋντικά
Κατηγορία όπως «καλός» - Παράρτημα:Επίθετα & Μετοχές

  Ετυμολογία Επεξεργασία

πραϋντικός < λείπει η ετυμολογία

  ΕπίθετοΕπεξεργασία

πραϋντικός

  ΜεταφράσειςΕπεξεργασία