Ελληνικά (el) Επεξεργασία

πτώση ενικός
ονομαστική παραφορτωμένος παραφορτωμένη παραφορτωμένο
γενική παραφορτωμένου παραφορτωμένης παραφορτωμένου
αιτιατική παραφορτωμένο παραφορτωμένη παραφορτωμένο
κλητική παραφορτωμένε παραφορτωμένη παραφορτωμένο
πτώση πληθυντικός
ονομαστική παραφορτωμένοι παραφορτωμένες παραφορτωμένα
γενική παραφορτωμένων παραφορτωμένων παραφορτωμένων
αιτιατική παραφορτωμένους παραφορτωμένες παραφορτωμένα
κλητική παραφορτωμένοι παραφορτωμένες παραφορτωμένα

  Ετυμολογία Επεξεργασία

παραφορτωμένος < μετοχή παθητικού παρακειμένου του ρήματος παραφορτώνω

  ΜετοχήΕπεξεργασία

παραφορτωμένος, -η, -ο

ΣυνώνυμαΕπεξεργασία


  ΜεταφράσειςΕπεξεργασία